κρουστικός

κρουστικός
-ή, -ό (Α κρουστικός, -ή, -όν) [κρούω]
νεοελλ.
1. αυτός που αναφέρεται στην κρούση ή αυτός που ενεργεί με κρούση, επικρουστικός («κρουστικό όπλο» — το κρουσιφλεγές όπλο)
2. φρ. φυσ. «κρουστικό κύμα» — ισχυρό κύμα πίεσης το οποίο διαδίδεται σε κάθε ελαστικό μέσο, όπως είναι ο αέρας, το νερό ή ένα στερεό σώμα, στη διάρκεια φαινομένων που συνεπάγονται βίαιες μεταβολές τής πίεσης, τής πυκνότητας και τής θερμοκρασίας
αρχ.
1. (για κριάρι) αυτός που έχει την ιδιότητα να χτυπά με τα κέρατα, να κερατίζει («διότι κρουστικόν φύσει ζῷόν ἐστι», Φίλ.)
2. αυτός που παράγει σωστό, κατάλληλο ή διαπεραστικό ήχο («ἡ μὲν γὰρ φωνὴ ἡδίων ἡ τοῡ ἀνθρώπου
κρουστικὰ δὲ μᾱλλον τὰ ὄργανα τοῡ στόματος», Αριστοτ.)
3. (για ρητοροδιδάσκαλο ή σοφιστή) αυτός που προκαλεί εντύπωση, εντυπωσιακός, έντονα εκφραστικός
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ κρουστικόν
η ευγλωττία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κρουστικός — fit for striking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικά — κρουστικός fit for striking neut nom/voc/acc pl κρουστικά̱ , κρουστικός fit for striking fem nom/voc/acc dual κρουστικά̱ , κρουστικός fit for striking fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικώτερον — κρουστικός fit for striking adverbial comp κρουστικός fit for striking masc acc comp sg κρουστικός fit for striking neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικόν — κρουστικός fit for striking masc acc sg κρουστικός fit for striking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστική — κρουστικός fit for striking fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικήν — κρουστικός fit for striking fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικῶς — κρουστικός fit for striking adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικῷ — κρουστικός fit for striking masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουστικώτερα — κρουστικός fit for striking neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρούω — (AM κρούω) 1. χτυπώ, πλήττω (α. «κρούσας δέ πλευρά», Ευρ. β. «κρούειν δὲ τοῑς ποσὶ τὴν γῆν ἐφ ἧς βεβηκότες ἧσαν», Αρρ.) 2. πλήττω τις χορδές έγχορδου μουσικού οργάνου ή, γενικά, παίζω μουσικό όργανο («ψῆλαι καὶ κρούειν τῷ πλήκτρῳ», Πλάτ.) νεοελλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”